Παθήσεις: Οι σοβαρές επιπτώσεις τους στην ικανότητα οδήγησης

Ποιους αφορά : όσους οδηγούν, τις οικογένειές τους, τους φροντιστές τους, τους εκπαιδευτές τους, τους γιατρούς τους και όσους ενδιαφέρονται για την οδική ασφάλεια.

Ποιος είναι ο στόχος του άρθρου:  Να παρέχει: 1) σύντομες βασικές γνώσεις για το πώς μία πάθηση μπορεί να επηρεάσει την οδήγηση, 2) πρακτικές συμβουλές για τους οδηγούς και τους οικείους τους προκειμένου ένα πρόβλημα υγείας να μη γίνει πηγή συμφοράς για τους ίδιους και τους υπόλοιπους χρήστες του οδικού δικτύου, 3) πρακτικές οδηγίες ώστε να διατηρήσει κάποιος για όσο το δυνατόν περισσότερο χρόνο την ικανότητά του να οδηγεί με ασφάλεια, 4) επιγραμματικές προτάσεις για τους αρμόδιους φορείς ώστε να βελτιωθεί η τρέχουσα κατάσταση στους ελληνικούς δρόμους.

Πρόκειται πράγματι για ένα υπαρκτό πρόβλημα;

Αν και στην Ελλάδα δεν υπάρχουν μελέτες για τις επιπτώσεις των χρονίων παθήσεων στη συχνότητα και τη βαρύτητα των τροχαίων ατυχημάτων, δεδομένα από άλλες χώρες αλλά και η κοινή ιατρική λογική  οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι λειτουργικές επιπτώσεις ορισμένων παθήσεων οδηγούν σε μειωμένη ικανότητα οδήγησης και σε αύξηση των ατυχημάτων.

Μπορεί πραγματικά μία πάθηση να επηρεάσει έναν καλό οδηγό;

Εκτιμάται ότι ο κίνδυνος ατυχήματος αυξάνεται από κάθε παράγοντα (νόσημα ή φάρμακο) που μπορεί να επηρεάσει τον οδηγό ως προς τις γνωσιακές του λειτουργίες (δηλαδή τη μνήμη, τη συγκέντρωση, τον χρόνο αντίδρασης, την επεξεργασία οπτικών και άλλων πληροφοριών), τις κινητικές του λειτουργίες (δηλαδή τον συντονισμό των κινήσεων, την επιδεξιότητα, το εύρος των κινήσεων, τη μυϊκή ισχύ και την ευκινησία)  και την αισθητηριοκινητική του λειτουργικότητα. Θα μας απασχολήσουν κυρίως παθήσεις που μειώνουν τις ικανότητες του οδηγού, που ρυθμίζονται δύσκολα (όπως ο διαβήτης), που προδιαθέτουν σε κρίσεις (όπως η επιληψία ή οι καρδιακές αρρυθμίες), που απαιτούν συχνές θεραπευτικές παρεμβάσεις, συχνές τροποποιήσεις της αγωγής και πειθαρχία (όπως η στηθάγχη ή η επιληψία), που επιδρούν στον ψυχισμό (ψυχιατρικές παθήσεις ή οικονομικά προβλήματα) ή που θεραπεύονται με συγκεκριμένες κατηγορίες φαρμάκων οι οποίες επίσης επιδρούν στην οδήγηση (όπως ψυχοτρόπα φάρμακα, βενζοδιαζεπίνες, αντιϊσταμινικά)

Ποιες  είναι πιο συγκεκριμένα οι παθήσεις που θα πρέπει περισσότερο να μας ευαισθητοποιούν;

Τα πλέον επικίνδυνα νοσήματα καθορίζονται από την ευρωπαϊκή και ελληνική νομοθεσία (ΦΕΚ 1409/6-9-2010 και 1541/4-8-2008), αλλά συνοπτικά μπορούμε να τα ταξινομήσουμε σε νευρολογικά (όπως άνοια, επιληψία, αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια, παραλύσεις, μυοπάθεια), ψυχιατρικά (όπως ψυχώσεις, συναισθηματικές διαταραχές, κατάθλιψη, χρήση αλκοόλ και άλλων ουσιών), ορθοπαιδικά (όπως ακρωτηριασμοί, παθήσεις των αρθρώσεων, παραμορφώσεις), καρδιαγγειακά (όπως καρδιακή ανεπάρκεια, αρρυθμίες, αρρύθμιστη υπέρταση, έμφραγμα), παθολογικά (όπως χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια, νεφρική ανεπάρκεια, παχυσαρκία, διαβήτης, ρευματικά νοσήματα), ωτορινολαρυγγολογικά (όπως βαρηκοΐα, ίλιγγος), οφθαλμολογικά (όπως καταρράκτης, μείωση όρασης ή οπτικού πεδίου, ωχροπάθεια). Συμπτώματα που θα πρέπει να μας κινητοποιούν άμεσα είναι η κόπωση, η αδυναμία, ο ίλιγγος, η διπλωπία, η δύσπνοια, ο πόνος, η δυσκαμψία, ο τρόμος, τα κενά μνήμης, η σύγχυση, το έντονο άγχος. Υπάρχουν όμως και τα «τροχαία» συμπτώματα, όπως τα συχνά παρ` ολίγον ατυχήματα, οι συχνές παραβιάσεις ερυθρού σηματοδότη, οι συχνές κλήσεις της τροχαίας, τα συχνά σχόλια από άλλους για την οδήγηση κάποιου, το να χάνει κανείς συχνά τον δρόμο, η δυσκολία οδήγησης τη νύκτα, η δυσκολία προσανατολισμού σε κόμβους.

Η παρουσία κάποιου από τα παραπάνω σημαίνει αφαίρεση του διπλώματος;

 Συνήθως όχι. Ωστόσο, σε σοβαρές, αλλά λίγες πάντως περιπτώσεις, ο οδηγός μπορεί να χρειαστεί να εγκαταλείψει την οδήγηση. Γενικά, ο οδηγός που πάσχει από μία τέτοια πάθηση θα πρέπει να επιδιώκει την καλύτερη δυνατή ρύθμισή της με φάρμακα ή άλλα βοηθήματα (γυαλιά, ενδοφακούς, ακουστικά, μηχανικές τροποποιήσεις του οχήματος, ενδυνάμωση των κάτω άκρων) και σε ορισμένες περιπτώσεις αυτή θα πρέπει να πιστοποιείται από τις δευτεροβάθμιες υγειονομικές επιτροπές.

Πώς μπορεί παρ` όλα αυτά να μειωθεί ο κίνδυνος ατυχήματος;

Μπορούμε να συμβουλεύσουμε τον οδηγό με επηρεασμένη ικανότητα οδήγησης να οδηγεί αργά, να χρησιμοποιεί γνωστές διαδρομές, να αποφεύγει την οδήγηση τις ώρες που σουρουπώνει και χαράζει ή τη νύκτα, να αποφεύγει τις ώρες αιχμής, τους πολυσύχναστους δρόμους και τους δρόμους ταχείας κυκλοφορίας και να ανανεώνει τις γνώσεις του με μαθήματα οδήγησης.

Πώς θα πείσουμε έναν δικό μας άνθρωπο ή έναν ασθενή μας  ότι θα πρέπει να εγκαταλείψει την οδήγηση;

Συζητείστε τα θέματα αυτά όσο ο ασθενής μπορεί ακόμα να συνεργάζεται, παρουσία συνοδού και σε ένα άνετο και ήσυχο περιβάλλον. Δείξτε το ενδιαφέρον σας και συζητείστε τους ενδεχόμενους κινδύνους από τη συνέχιση της οδήγησης. Χρησιμοποιείστε αντικειμενικά στοιχεία (ατυχήματα, κλήσεις) και ρωτείστε τον για τα συναισθήματά του. Μην επιμένετε να τον πείσετε γιατί συνήθως εκνευρίζεται. Προτείνετε εναλλακτικούς τρόπους μετακίνησης και σκεφθείτε τρόπους ώστε να μη μπορεί πλέον να οδηγεί (π.χ. κρύψτε τα κλειδιά, αλλάξτε κλειδαριές, αποσυνδέστε τη μπαταρία, σταθμεύετε μακριά, πουλήστε το όχημα).

Τι προτείνετε για την αντιμετώπιση του προβλήματος από τους αρμόδιους φορείς;

Πρόκειται για σοβαρό ζήτημα που άπτεται πρώτα της προσωπικής ευθύνης των πολιτών και κατά δεύτερο λόγο των αρμόδιων φορέων. Οι άμεσες προτάσεις μας αφορούν στην  ενημέρωση του πληθυσμού, των ιατρών, των σχολών οδήγησης και της τροχαίας και στην εφαρμογή της αρκετά καλής υπάρχουσας νομοθεσίας (διαρκής  ενημέρωση του προβλεπόμενου σχετικού Αρχείου του υπουργείου Μεταφορών από τα νοσοκομεία και περαιτέρω αξιοποίηση των δευτεροβάθμιων υγειονομικών επιτροπών).

Σκοπός μας οφείλει να είναι η ανεξαρτησία, η αυτονομία, η κοινωνικότητα, η ποιότητα ζωής, η κοινωνική επανένταξη και η επαγγελματική αποκατάσταση των πασχόντων, με όρους όμως ασφάλειας.